O "Protester" της Ναυσικάς Πέππα - Τριαντάρη
- Γιούλα Σαρδέλη

- Feb 9
- 4 min read

Τι δουλειά έχει ένας διαδηλωτής πάνω σε μια σκηνή θεάτρου; Μα είναι ο πρωταγωνιστής! Ναι, πρωταγωνιστής στο έργο που βλέπει να εκτυλίσσεται μπροστά του, στο έργο που ζει και βλέπει ως θεατής. Είναι εκεί γιατί αποφάσισε να βγει από το κάδρο και να διαμαρτυρηθεί. Έγινε “πρωταγωνιστής”, γιατί η λέξη αυτή μέσα έχει τον “αγώνα”. Και τον αγωνιστή. Είναι ο απλός άνθρωπος, ο διπλανός σου, εσύ, εγώ.
Είδε πολλά αυτή τη χρονιά που πέρασε και την προηγούμενη και πιο πριν, τις προηγούμενες από αυτές.

Αν σας ενδιαφέρει η γνώμη μου, η οπτική μου πάνω στο έργο, ο “Protester” είδε τα Τέμπη. Και δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Δεν μπορεί να πάει να δεθεί έξω από τα δικαστήρια, δεν θα βγάλει κάτι αν σπάσει την τηλεόραση, ούτε θα αλλάξει κάτι με το να πάει να κρατάει ένα πανό έξω από τα δημαρχεία και τις περιφέρειες.
Έκανε αυτό που κάνουν τόσες δεκαετίες οι άνθρωποι. Διαδήλωση. Πορείες. Διαμαρτυρία. Δεν είναι καθόλου δεδομένα τα παραπάνω. Χύθηκε εργατικό αίμα για να μπορεί να τα υλοποιεί ο οποιοσδήποτε νιώθει μόνος και απροστάτευτος απέναντι στο σύστημα.

Υπάρχει άλλο ένα κομβικό για μένα ζήτημα το οποίο θίγει η παράσταση και αφορά τις
φυσικές καταστροφές με τις οποίες καλούνται να ζήσουν οι άνθρωποι, όχι στην Ανταρκτική, στην Αυστραλία και στον Αμαζόνιο, αλλά εδώ δίπλα μας, μέσα στην Ελλάδα, στα Τρίκαλα συγκεκριμένα που κατοικεί (και έχει πληγεί) η χορογράφος, στη Μάνδρα της Αττικής, στη Μεσσηνία και παντού. Η φυσική καταστροφή βέβαια όχι ως αποτέλεσμα της εκδικητικής μανίας ενός θυμωμένου θεού, αλλά ως απόρροια εγκληματικών πράξεων του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είναι τυχαία η λέξη “κατακρήμνιση”. Ακούγεται στο έργο. Το να γκρεμίζονται όλα τα ως τώρα δεδομένα της ζωής ενός ανθρώπου, είναι ό,τι πιο σκληρό. Το να μένει αβοήθητος από την επίσημη Πολιτεία είναι ακόμη σκληρότερο.

Το “Protester” είναι ένα αλλιώτικο έργο από τα όσα μας έχει παρουσιάσει η χορογράφος. Στα προηγούμενα, νιώθω ότι ο αγώνας αυτού του “τρομερού” παιδιού της Καλαμάτας (επιτρέψτε μου τον όρο), της Ναυσικάς Πέππα - Τριαντάρη, είχε να κάνει με τα ζητήματα της αυτοπραγμάτωσης, της ελευθερίας. Της χειραφέτησης. Της ωρίμανσης, όπως τη νιώθει κανείς. Δεν αναιρούνται όλα τα παραπάνω σε αυτό το έργο, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πιο βαθύ συλλογικό συναίσθημα.
Καταρχάς δηλώνεται εξαρχής και με έναν ελαφρώς ειρωνικό τρόπο ότι η παράσταση δεν έχει καμία εμπλοκή με το ΑΙ. Δεν το δαιμονοποιεί η δημιουργός, αλλά στη τέχνη της - και όχι στην τεχνούλα όπως η ίδια αναφέρει συχνά - τα θέλει χωρισμένα τα τσανάκια τους.

Είναι σκληρό το κομμάτι του έργου στο οποίο ο πρωταγωνιστής - αγωνιστής - διαδηλωτής νιώθει πως κινείται. Πως παλεύει για το σκοπό του. Είναι σκληρό γιατί το έργο μας αφήνει να σκεφτούμε πως ενδέχεται και να μην κινείται καθόλου. Πως υπάρχει η πιθανότητα να κάνει απλώς μια νοητή περιστροφή γύρω από τον εαυτό του.
Ο διαδηλωτής εκρύγνειται, φωνάζει, ερμηνεύει με την έκφραση, με το στόμα. Εδώ δεν ακούμε λόγους και παρλάτες, μόνο συνθήματα. Βλέπουμε εκφράσεις.
Είναι λογικό και ανθρώπινο ο διαδηλωτής να κουράζεται, να βιώνει ματαιότητα, να φοβάται ότι θα τα παρατήσει. Είναι κι αυτό μέρος της ζωής, μέρος της προσπάθειας. Είναι εξάλλου μαραθώνιος, όχι κατοστάρι. Θέλει διάρκεια και επαγρύπνηση, κυρίως έρευνα και ανάλυση.

Το “Protester” είναι ένα έργο που μας αφορά όλους, όχι μόνο για τα κοινωνικά ζητήματα που βιώνουμε, αλλά και για τους πλείστους προσωπικούς αγώνες που δίνουμε σιωπηλά και στους οποίους δεν μπορούμε να αντλήσουμε δύναμη πουθενά - εκτός από τον εαυτό μας.
Μαγευτικό το ποίημα του Ρίλκε, μαγευτική η μελοποίηση της Ισμήνης Μπεκ του γνωστού ποιήματος του Μαγιακόφσκι και το τελευταίο λιμπρέτο του τραγουδιού. Απλά μαγευτικό, μας λέει ξεκάθαρα πως δεν γίνεται να διεκδικούμε κάτι το καλύτερο, αν πρώτα δεν έχουμε μιλήσει. Αν έχουμε μείνει στο "τίποτα”.
Δε χρειάζεται να διαδηλώνουν όλοι. ΄Η με τον τρόπο που μας δείχνει το έργο τέλος πάντων. Μπορεί κάποιος να μη θέλει, άλλος να μην μπορεί. Με όχημα το χιούμορ, το “Protester” δείχνει ξεκάθαρα και τον αντίποδα της εικόνας αυτής: τηλεκοντρόλ, βαρεμάρα, κράξιμο, ξύσιμο, μιμητισμός. Πολύ ωραία, πανανθρώπινα ιδεώδη άπειρων συμπολιτών μας.

Δεν τσακώνεται ο διαδηλωτής, δεν έχει σκοπό τη βία. Επιτρέψτε του όμως να σας κάνει και μια άσεμνη χειρονομία. Δεν θα πάθετε κάτι. Αν ενοχληθήκατε.. Ε ίσως τότε είστε, απλώς από άλλη πάστα. Με τρυφερότητα το λέω...
Το ποίημα που ακούγεται στην παράσταση, του Ρίλκε: “Ζούμε κάτω απ' τα συντρίμμια θεσμών που έχουν καταρρεύσει από καιρό/κι αν κάπως τύχει και βρούμε τον τρόπο να βγούμε από εκεί, έχουμε βέβαια τον καθαρό ουρανό πάνω απ' το κεφάλι μας/ αλλά γύρω μας δεν υπάρχει καμία τάξη. Στέκει, τότε, ακόμα πιο μόνος του ο καθένας, υπό την καθημερινή απειλή νέων, απρόβλεπτων κρημνίσεων. Κατά καιρούς μου είναι αδύνατον να αντικρίσω ανθρώπινη ομήγυρη, έστω και αν μου είναι ξένη και αδιάφορη, χωρίς να συνειδητοποιήσω με τρόμο πόσο σφάλλουν: όταν, δηλαδή, από σκέτη αμηχανία που τους προκαλεί η σιωπή (θεωρούμενη ως αγένεια)/ και το ότι είναι ξένοι αναμεταξύ τους, πιάνουν την κουβέντα και τω όντι βρίσκουν να λένε επί ώρες λόγια, βουνά από λόγια, που ηχούν σαν να ’χαν αποκτηθεί φθηνά σε κάποια δημοπρασία/ και η ώρα περνά.

Κι όμως το βράδυ αυτό είναι μία ώρα απ' τη ζωή τους, ανεπανάληπτη, ενώ τους περιβάλλει μια φύση εξαίσια/ που θα ‘πρεπε να οδηγήσει σε σημαντικές σκέψεις/ και σε πλατιά συμπεράσματα όποιον θα αναθωρούσε με αγνότητα. Κι όμως, ο καθένας έχει μια νύχτα μπροστά του, στη διάρκεια της οποίας θα του προκαλέσουν τρόμο τα όσα μέσα του άφησε ανεπεξέργαστα, θα ‘ρθουν πιεστικά κοντά του οι συμφορές απ' τις οποίες αποστρέφει το βλέμμα, οι οφειλές που δεν εξοφλεί, η θλίψη που δεν παραδέχεται. Μια νύχτα στη διάρκεια της οποίας θα γίνει περισσότερο παρά ποτέ, κτήμα και παιχνίδι του θανάτου του, του θανάτου εκείνου που τον αποστρέφεται και τον αρνείται μπροστά στο ίδιο του το αίμα, που γλυκά και βαθιά συγκατατίθεται στο θάνατο”.
Το ποίημα του Μαγιακόφσκι: “Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε/και κλέβουν ένα λουλούδι από τον κήπο μας και δε λέμε τίποτα. Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον/ περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας και δε λέμε τίποτα. Ώσπου μια μέρα -την πιο διάφανη απ’ όλες- μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας/ ληστεύουν το φεγγάρι μας/ γιατί ξέρουνε το φόβο μας που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας. Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα/πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα”.

Το έργο ανέβηκε στα Τρίκαλα στο "Μουσείο Τσιτσάνη" και στην Καλαμάτα στο θεατράκι της Φιλαρμονικής.
"Protester "Ναυσικά Πέππα - Τριαντάρη


